Ο Συλλόγος Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών διοργανώνει ανοιχτά σεμινάρια, όπου μπορεί να συμμετάσχει κάθε συνάδελφος (είτε είναι μέλος του Συλλόγου είτε όχι), μεταφέροντας την πείρα του, τους προβληματισμούς του, τα ερωτηματικά του, μιλώντας για τη μεθοδολογία που ακολουθεί, περιγράφοντας τα λάθη που έχει κάνει ή έχει αποφύγει.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Αλέκα Πλακονούρη: Ο επιμελητής και οι άλλοι: ζητήματα συνεργασιών και δεοντολογίας

Η δουλειά του επιμελητή συμπεριλαμβάνεται σε μια μακρά αλυσίδα εργασιών και συνεργασιών που αποτελούν προαπαιτούμενα στάδια για την παραγωγή του τελικού προϊόντος, του βιβλίου. Ο επιμελητής δεν είναι ούτε στην αρχή ούτε στο τέλος αυτής της αλυσίδας παραγωγής, αλλά κάπου στη μέση (ή λίγο ύστερα απ’ αυτή), πράγμα που, όπως θα δούμε, τον καθιστά –εκόντα άκοντα− αποδέκτη, συνεργάτη, συνομιλητή και υπόλογο απέναντι σε πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες της εκδοτικής διαδικασίας.

Η μακρά αλυσίδα παραγωγής σχηματικά είναι η εξής: συγγραφέας-εκδοτικός οίκος (αναγνώστης έργων προς έκδοση ή υπεύθυνος σειράς)-μεταφραστής-επιστημονικός επιμελητής (εφόσον χρειάζεται)-επιμελητής-ατελιέ-τυπογραφείο.

Η συγγραφική δραστηριότητα είναι πρωτογενής και μοναχική διαδικασία. Εάν και εφόσον ολοκληρωθεί, αργά ή γρήγορα, και εδώ ας υπογραμμίσουμε τις ωδίνες της δημιουργικής διαδικασίας (με ω και ι, παρακαλώ, γιατί κυριολεκτικά πρόκειται για γέννα), ο ευτυχής γονιός πρέπει να βρει έναν τρόπο για να περπατήσει το παιδί του στον κόσμο, να εκτεθεί και να κριθεί. Τις περισσότερες φορές θεωρεί ότι έχει κάνει το καλύτερο δυνατό (και μάλλον όντως το έχει κάνει), άρα με την παράδοση και την καταχώριση του έργου του στα υπό έκδοση βιβλία, εφησυχάζει όσον αφορά το δικό του κομμάτι (όσο πιο άπειρος είναι, τόσο μεγαλύτερος και ο εφησυχασμός του). Το έργο έχει περάσει σε άλλα χέρια, που θα το φροντίσουν, και ο ίδιος ψυχολογικά/δημιουργικά είναι αλλού, ίσως στο επόμενο βιβλίο. Τονίζω την ψυχολογία του συγγραφέα για να κατανοήσουμε διάφορα προβλήματα που προκύπτουν  εν συνεχεία στη συνεργασία του με τον επιμελητή. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι παραδίδει ένα παιδί αρτιμελές και υγιές, που κυοφόρησε για μήνες ή για χρόνια, ως τέτοιο κρίθηκε και από τον εκδοτικό (γι’ αυτό και ανέλαβε την έκδοσή του) και έρχεται κατόπιν ο επιμελητής να του υπογραμμίσει ότι το τέκνο του πάσχει: από ατέλειες, από εγγενείς ασθένειες, από δομικά και άλλα λάθη, πρέπει να μικρύνει, να μεγαλώσει, να αναδιαμορφωθεί, να αλλάξει όνομα κτλ. Άρα, ο συγγραφέας πρέπει να ξαναμπεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη διαδικασία της δημιουργικής γέννας, πράγμα που ελάχιστες φορές επιθυμεί και γι’ αυτό συχνά είναι αρνητικός, μη συνεργάσιμος, δηκτικός, επαμφοτερίζων κτλ. − και ας μη σταθούμε ιδιαίτερα στο άγχος της έκθεσης, που όσο πλησιάζει η ημερομηνία έκδοσης μεγαλώνει. Εδώ είναι το πρώτο σημείο τριβής με τον επιμελητή, άρα και το πρώτο πρόσκομμα στην παραγωγική διαδικασία που προαναφέραμε.

Ο εκδοτικός οίκος με τη σειρά του αναθέτει σε κάποιους εσωτερικούς υπάλληλους ή εξωτερικούς συνεργάτες (αναγνώστες) να κρίνουν ποια βιβλία από όσα φτάνουν στα γραφεία τους είναι εκδόσιμα ή ποιοι τίτλοι που άπτονται των ενδιαφερόντων τους και κυκλοφορούν στη διεθνή αγορά θα μπορούσε να μεταφραστούν. Πολλές φορές οι επιλογές γίνονται από τον ίδιο τον εκδότη. Σε αυτό το στάδιο της εκδοτικής αλυσίδας υπεισέρχονται και διάφοροι άλλοι παράγοντες που δεν έχουν να κάνουν με αυτή καθαυτή την ποιότητα ή την αναμενόμενη εμπορικότητα του βιβλίου (γιατί, ας μην το ξεχνάμε, το βιβλίο δεν είναι παρά ένα προϊόν με τελικό στόχο το κέρδος). Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να είναι: δημόσιες σχέσεις, επιδοτήσεις, βιβλία που πληρώνονται από τους συγγραφείς τους (αυτό το deal είναι πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας λόγω κρίσης), προηγούμενες επιτυχίες του ίδιου συγγραφέα (που βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν προοιωνίζονται και επόμενες), διακαής πόθος «αρπαγής» του εν λόγω συγγραφέα από τον εκδοτικό που συνεργαζόταν μέχρι πρότινος, προσωπικές γνωριμίες κτλ. Επίσης, ας τονίσουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι που κρίνουν τα προς έκδοση βιβλία δεν είναι οι πλέον κατάλληλοι ή είναι εξαιρετικά κακοπληρωμένοι, οπότε η ματιά τους μπορεί να μην είναι απλώς διαγώνια αλλά και στρεβλή, ή λειτουργούν μέσα σε παρέες φίλων και γνωστών. Όλες αυτές οι παράμετροι λοιπόν μπορεί να δημιουργήσουν σε κάποιες περιπτώσεις το δεύτερο σημείο τριβής με τον επιμελητή: το συγκεκριμένο βιβλίο δεν θα έπρεπε να έχει κριθεί ως εκδόσιμο. Από τη στιγμή όμως που έχουν υπογραφεί συμβόλαια και έχει μπει στο εκδοτικό πρόγραμμα, καλείται ο επιμελητής να κάνει όλη τη βρόμικη δουλειά, ένα καλό ριράιτινγκ, ένα γερό λίφτινγκ, ρε αδερφέ, σιγά τώρα, εδώ κυκλοφορούν άνθρωποι ρετουσαρισμένοι, δεν θα τα καταφέρουμε με τα χαρτιά!

Για τα βιβλία της ξένης εκδοτικής παραγωγής ακολουθεί η μετάφρασή τους. Όλα καλά λοιπόν στις περιπτώσεις που ο συνάδελφος μεταφραστής έχει τον απαιτούμενο χρόνο να ολοκληρώσει τη μετάφραση, είναι εξειδικευμένος στη θεματική του βιβλίου (όταν και αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις, π.χ. ορολογίας ή υφολογίας κάποιου συγγραφέα) ή έχει εμπειρία όσον αφορά δύσκολους συγγραφείς ή/και σπάνιες γλώσσες) και πληρώνεται βεβαίως τόσο ώστε να μπορεί να βγάλει ένα ευπρεπές μεροκάματο. Το σύνολο όμως αυτών των ιδανικών συνθηκών σε ελάχιστες περιπτώσεις συναντάται στην (ελεύθερη;) αγορά. Ένα μεγάλο κομμάτι της εκδοτικής πραγματικότητας καθορίζεται από ασφυκτικές προθεσμίες που τρέχουν, ανήκουστες αμοιβές, ανάθεση απαιτητικών έργων σε άπειρους μεταφραστές (γιατί, ως γνωστόν, η τσιγκουνιά είναι μαγκιά), καθώς και επιλογές του στιλ πώς-θα-μου-κοστίσει-λιγότερο, δηλαδή ο εκδοτικός επιλέγει άπειρους και κακοπληρωμένους μεταφραστές/έμπειρους επιμελητές ή έμπειρους/καλούς μεταφραστές υπολογίζοντας στην παντελή απουσία επιμέλειας ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια υποτυπώδη διόρθωση. Και εδώ δημιουργείται το τρίτο σημείο τριβής κατά την εκδοτική διαδικασία: ο επιμελητής συχνά βρίσκεται αντιμέτωπος με κυριολεκτικά απαράδεκτες μεταφράσεις, για τις οποίες συνήθως πρωτίστως ευθύνεται ο εκδοτικός οίκος, που ωστόσο πρέπει να κάνει αναγνώσιμες. Μιλάμε ουσιαστικά για θεωρήσεις μεταφράσεων (λέξη λέξη), οι οποίες πρέπει να ολοκληρωθούν σε ασφυκτικά χρονικά πλαίσια και βεβαίως δεν θα πληρωθούν ως τέτοιες.

Ακολουθεί η επιστημονική επιμέλεια, η οποία, αν και εφόσον γίνεται στα βιβλία που είναι απαραίτητη, τις περισσότερες φορές είναι κατ’ επίφασιν και κατ’ όνομα. Οι ειδικοί επιστήμονες που καλούνται να την κάνουν είναι πολυάσχολοι άνθρωποι, επιστήμονες, πανεπιστημιακοί κ.ά. και βεβαίως σπανίως πληρώνονται γι’ αυτή τη δουλειά, άρα δεν αποτελεί προτεραιότητά τους. Ή μπορεί να υπάρχει κάποιος άτυπος διακανονισμός με τον εκδοτικό οίκο ότι το κάνουν εν είδει αγγαρείας εφόσον εκδίδουν εκεί τα βιβλία τους ή έχουν αναγορευτεί διευθυντές σειράς. Ουσιαστικά περιμένουν λοιπόν από τον επιμελητή να εντοπίσει τα σημεία που κάτι δεν πάει καλά, να υποψιαστεί αβλεψίες και παραλείψεις, ατοπήματα ορολογίας και επιστημονικής συνέπειας και ανάλογα τέτοια προβλήματα. Έτσι είναι σύνηθες να επιφορτίζεται με τον εντοπισμό όλων αυτών των προβλημάτων ο επιμελητής, αν μάλιστα ύπουλα του έχει ανατεθεί ένα βιβλίο σχετικό με τα ενδιαφέροντά του ή τις σπουδές του, αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο. («Μα, καημένε, βιβλίο αρχαιολογίας είναι», θα του πει ο εκδότης, «δεν κατάλαβες ότι αυτό είναι λάθος που βγάζει μάτι ώστε να το αλλάξεις ή να το επισημάνεις στον επιστημονικό επιμελητή;») Και εδώ έχουμε το τέταρτο σημείο τριβής όσον αφορά τον επιμελητή κατά την εκδοτική διαδικασία: εν τοις πράγμασι σε πάρα πολλές περιπτώσεις ο επιμελητής επιφορτίζεται και με την επιστημονική επιμέλεια

Ακολουθεί το στάδιο της επιμέλειας, που –κατά ένα μυστήριο τρόπο− στο ογδόντα τοις εκατό των περιπτώσεων πρέπει να γίνει πολύ σύντομα: το βιβλίο έπρεπε να είχε βγει χθες, αν όχι προχθές, καθυστέρησε ο συγγραφέας να το παραδώσει, καθυστέρησε ο μεταφραστής, λήγει το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν εξασφαλιστεί τα δικαιώματα, έχει οριστεί εκδήλωση παρουσίασής του για την τάδε ημερομηνία, έρχεται τη δείνα ημερομηνία ο συγγραφέας του στην Ελλάδα, πρέπει να κυκλοφορήσει πριν τα Χριστούγεννα, πριν το Πάσχα, πριν τις διακοπές, πρέπει να φύγει σετάκι με άλλα δέκα για να τυπωθεί στο Μπαγκλαντές ή στην Ινδία κ.ά. Κι εδώ έχουμε το πέμπτο σημείο τριβής στην εκδοτική πραγματικότητα: ο επιμελητής πρέπει να εξισορροπήσει/απορροφήσει όλες τις χρονικές καθυστερήσεις (πραγματικές ή όχι, δεν έχει σημασία) που προηγούνται της δικής του δουλειάς και την καθορισμένη ημερομηνία το βιβλίο πρέπει να είναι απαστράπτον, και αλάνθαστο εννοείται, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Τελειώνοντας το πρώτο στάδιο της επιμέλειας, που τώρα πια γίνεται συνήθως ηλεκτρονικά, ακολουθεί το στήσιμό του, η σελιδοποίησή του από το ατελιέ. Αν το ατελιέ ανήκει στον εκδοτικό οίκο (που σημαίνει ότι υπάρχει η στοιχειώδης εμπειρία) ή είναι εξειδικευμένο, ο επιμελητής θα προχωρήσει κατά κανόνα απρόσκοπτα στις δύο ή περισσότερες αναγνώσεις/διορθώσεις στο χαρτί. Αν όμως είναι το τάδε «ατελιέ» που κάνει καλές τιμές ή ο δείνα γραφίστας που ασχολείται περιστασιακά με τα βιβλία ή δεν έχει καμία εμπειρία, ο επιμελητής μπορεί, ενώ έχει παραδώσει ένα άρτια επιμελημένο βιβλίο, να έρθει αντιμέτωπος με την ίδια την κόλαση, δηλαδή να πάρει στα χέρια του ένα βιβλίο αποδομημένο, κατακρεουργημένο, με τυπογραφικά τέρατα μέσα, όπου χρειάζεται να γράφει αναλυτικά οδηγίες ανά σελίδα για το σωστό στήσιμό του. Και όπως σωστά καταλάβατε, τα προβλήματα που προκύπτουν από έναν άσχετο σελιδοποιό ή ένα κακό ατελιέ είναι το πέμπτο σημείο τριβής.

Ωραία λοιπόν, υπάρχουν όλα αυτά τα προβλήματα στις συνεργασίες –και πού άλλωστε δεν υπάρχουν, θα πείτε−, το ζήτημα είναι τι κάνουμε. Και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ευθύνονται μόνο οι άλλοι παράγοντες της έκδοσης; Επίσης δικαιολογημένα θα αναρωτηθείτε αν ο επιμελητής είναι ένας άγιος άνθρωπος, ένας ιερομάρτυς του χώρου, ένας κατατρεγμένος, που σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν ευθύνεται για λάθη και παραλείψεις, για δυστροπίες ή για ανάρμοστες συμπεριφορές. Θα προσπαθήσω επιγραμματικά να πω τι γίνεται και τι δεν γίνεται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τι θα έπρεπε να κάνει και να μην κάνει ο επιμελητής ακολουθώντας κάποιους στοιχειώδεις κανόνες συναδελφικής αλληλεγγύης και επαγγελματικής δεοντολογίας.

Όσον αφορά το συγγραφέα και το έργο του: 
  • Θα πρέπει να τον πλησιάζει καλοπροαίρετα και φιλικά, υποστηρίζοντας και προτείνοντας και  όχι αντιδικώντας με το κείμενο και το συγγραφέα του. Επίσης δεν πρέπει να κρίνει, να κατακρίνει και να κουνά διδακτικά το δάχτυλο. Αντί να κάνει εξαρχής υποδείξεις, ας θέτει ερωτήσεις, αφήνοντας το περιθώριο στο συγγραφέα να ξαναδεί το έργο του από διαφορετική οπτική γωνία και να κάνει τις απαιτούμενες αλλαγές.
  • Οι διορθώσεις / αλλαγές /υποδείξεις  του πρέπει να είναι σύμφωνες με το στιλ και το ύφος του συγγραφέα και όχι αποτέλεσμα των όποιων δικών του συγγραφικών ανησυχιών (αν έχει). Συχνά πολύ μικρές αλλαγές μπορεί να αλλάξουν υφολογικά ή ουσιαστικά ένα έργο, γι’ αυτό και πρέπει να είναι φειδωλός και μετρημένος και να ακολουθεί το ύφος και το ρυθμό του βιβλίου που έχει μπροστά του. (Ενδιαφέρον είναι αυτό που περιγράφει ο Σαραμάγκου στην Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας, όπου ο κεντρικός του ήρωας-επιμελητής προσθέτοντας απλώς ένα δεν, αλλάζει τα ιστορικά γεγονότα όπως περιγράφονται.) Ακόμα και σε περιπτώσεις που το βιβλίο χρειάζεται πραγματικά ριράιτινγκ, πρέπει οι όποιες παρεμβάσεις κάνει να είναι σύμφωνες με το βιβλίο που θα έγραφε ο συγκεκριμένος συγγραφέας, αν ήξερε να γράφει, και όχι όπως θα το έγραφε ο επιμελητής.
  • Να έχει διαρκώς στο νου του ότι πολλές φορές ο συγγραφέας συμπεριφέρεται σαν ένα ανασφαλές και δύστροπο παιδί και να μάθει να διαχειρίζεται με υπομονή παρόμοιες συμπεριφορές. 
  • Να αποφεύγει κατά το δυνατόν να εμπλέκεται συναισθηματικά με το συγγραφέα. Δεν είναι εκεί για να γίνουν φίλοι ή εχθροί, αλλά απλώς για να ολοκληρώσουν μια δουλειά.
  • Να μην προσπαθεί κάνοντας πολλές διορθώσεις (που δεν χρειάζονται) να αποδείξει στον εκδοτικό οίκο ότι είναι καλός στη δουλειά του, επιμελής ή αναντικατάστατος. (Αυτό συμβαίνει κυρίως με τους νέους συναδέλφους και λίγο ή πολύ είναι μια φάση που όλοι έχουμε περάσει, όταν λόγω απειρίας πιστεύουμε ότι επιστρέφοντας ένα κατακοκκινισμένο δοκίμιο, έχουμε κάνει το καθήκον μας απέναντι στον εαυτό μας, στον εκδότη  και στην ανθρωπότητα.)

Όσον αφορά την επιλογή του συγκεκριμένου έργου από τον εκδότη:
  • Σε περίπτωση που βρίθει προβλημάτων και το θεωρούμε μη εκδόσιμο, το επισημαίνουμε στον εκδότη. Ή επισημαίνουμε ότι κατά τη γνώμη μας για τον άλφα ή το βήτα λόγο θα σκοντάψει στην αντίθεση ή στην αδιαφορία του αναγνωστικού κοινού.
  • Σε περιπτώσεις ριράιτινγκ, συζητάμε διεξοδικά με τον εκδότη ή με τον υπεύθυνο σειράς πόση δουλειά χρειάζεται και διαπραγματευόμαστε την αρχικά συμφωνημένη αμοιβή μας.

Όσον αφορά το μεταφραστή και το έργο του:
  • Δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση μια μετάφραση να μην έχει προβλήματα, άρα ας μη δυστροπούμε με τις όποιες αβλεψίες. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές εργασίες και η επιμέλεια έρχεται να συμπληρώσει, να αναδείξει και να φωτίσει τη μετάφραση.
  • Συνεργαζόμαστε σε κάθε περίπτωση με το μεταφραστή, του στέλνουμε το επιμελημένο κείμενο για να δει και να εγκρίνει τις διορθώσεις μας, συζητάμε μαζί του τις όποιες παραλείψεις και αβλεψίες, βοηθώντας τον να καλυτερεύσει τη δουλειά του.
  • Συζητάμε με το μεταφραστή για την έρευνα των πραγματολογικών (όταν δεν έχει γίνει) και την προσθήκη υποσημειώσεων και του λέμε να αναλάβει αυτή την εργασία, που είναι σαφώς δική του αρμοδιότητα, ενώ εμείς επωμιζόμαστε απλώς τον επικουρικό ρόλο της συμπλήρωσής τους.
  • Σε περιπτώσεις ολικής αναθεώρησης μιας μετάφρασης, επαναδιαπραγματευόμαστε την αμοιβή μας με τον εκδοτικό. Σε αυτή την περίπτωση μην έχουμε το άγχος ότι καρφώνουμε το συνάδελφο, γιατί σχεδόν πάντα οι εκδόσεις έχουν πλήρη εικόνα της μετάφρασης που τους έχει δοθεί.

Όσον αφορά την επιστημονική επιμέλεια:
  • Απαιτούμε το βιβλίο να το έχει δει ο επιστημονικός επιμελητής πριν το πάρουμε στα χέρια μας και κάνουμε σαφές ότι δεν είμαστε εμείς υπεύθυνοι για λάθη και αβλεψίες, εφόσον αυτό έχει θεωρηθεί επιστημονικά άρτιο.
  • Δεν κάνουμε αλλαγές σε ορολογίες, πίνακες, σχεδιαγράμματα κτλ., χωρίς να ρωτήσουμε/ενημερώσουμε τον επιστημονικό επιμελητή ή το συγγραφέα. (Όπως έχει ειπωθεί και εδώ στα σεμινάρια, το μεγαλύτερο ατόπημα είναι να πάρεις κάτι σωστό και να κάνεις τις λάθος διορθώσεις λόγω ασχετοσύνης, επιπολαιότητας ή κακώς εννοούμενου υπερβάλλοντα ζήλου.)

Όσον αφορά την επιμέλεια υπό ασφυκτικές χρονικές προθεσμίες:
  • Εξηγούμε με επιχειρήματα και παραδείγματα στον εκδότη ή στον υπεύθυνο του εκδοτικού ότι το να παραδώσουμε το έργο στα συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια είναι «ανθρωπίνως αδύνατο». (Η συγκεκριμένη έκφραση έχει δείξει ότι πιάνει τόπο.)
  • Επισημαίνουμε ότι για τις καθυστερήσεις του συγγραφέα, του μεταφραστή, του επιστημονικού, επιμελητή, του ατελιέ δεν ευθυνόμαστε εμείς και διεκδικούμε/παζαρεύουμε ανάλογη παράταση χρόνου.
  • Προσπαθούμε να είμαστε συνεπείς στις ημερομηνίες που έχουμε συμφωνήσει, γιατί υπάρχουν και οι επόμενοι κρίκοι της αλυσίδας παραγωγής που εξαρτώνται από μας και που κάλλιστα μπορεί να τους κάνουμε τη ζωή κόλαση: τυπογραφείο, βιβλιοδέτες, πωλητές κτλ.

Όσον αφορά τη συνεργασία με το ατελιέ:
  • Σε περιπτώσεις που αντιμετωπίζουμε την πολύ κακή δουλειά κάποιων ατελιέ, επισημαίνουμε στον εκδότη ότι είναι λάθος επιλογή, δείχνουμε τι προβλήματα έχει το σελιδοποιημένο κείμενο και ζητάμε να μη συνεργάζεται, παρά τις όποιες προσφορές, με ατελιέ που επιβραδύνουν και δυσκολεύουν τη διαδικασία έκδοσης. (Εξάλλου είναι γνωστό ότι η φτήνια τρώει τον παρά.)
  • Δεν αφήνουμε σκοπίμως πράγματα για την επόμενη διόρθωση (άσε, θα τα δω μετά), προσθέτοντας δουλειά για το ατελιέ στο σελιδοποιημένο κείμενο.
  • Όταν το ατελιέ λειτουργεί στα πλαίσια του εκδοτικού, είναι πιο εύκολο να ασκήσουμε πίεση για να έχουμε εγκαίρως το βιβλίο στα χέρια μας, για να τηρηθούν οι προβλεπόμενες συμφωνίες.

Αυτά είναι μόνο μερικά από τα προβλήματα, αλλά τα πιο συνηθισμένα, που προκύπτουν κατά τη διαδικασία έκδοσης ενός βιβλίου, όταν συνεργάζονται τόσοι άνθρωποι κάνοντας διαφορετικές δουλειές. Σε κάθε περίπτωση ας έχουμε στο νου μας ότι παντού υπάρχουν καλοί και κακοί επαγγελματίες και κάθε άνθρωπος είναι ένα ξεχωριστό σύμπαν, άρα κάτι έχουμε να μάθουμε μέσα από τη συνεργασία μαζί του. Επίσης, μη μας διαφεύγει η πανταχού παρούσα προσδοκία κέρδους από τον εκδότη ως η ρίζα των περισσότερων τριβών. Τέλος, ας κάνουμε τη δουλειά μας με συνέπεια και μεράκι, δείχνοντας εμπιστοσύνη και υπευθυνότητα, συναδελφική αλληλεγγύη και κατανόηση, προσπαθώντας να βάλουμε πρακτικά ένα λιθαράκι στη συλλογική συνείδηση και στην εργασιακή κουλτούρα μέσα στις δύσκολες συνθήκες που ζούμε σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου