«Η ποίηση είναι απαράδεκτη, άλλωστε δεν υπάρχει…»
Ντενί Ρος
Να ξεκαθαρίσω εξαρχής ότι εγώ δεν είμαι επαγγελματίας επιμελητής βιβλίων ποίησης. Ένας ερασιτέχνης είμαι – βέβαια, με την έννοια του έραμαι τέχνην∙ για την ακρίβεια, ένας από τους παράνομους εραστές της. Αυτός ο ρόλος μού προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερία δράσης και δημιουργικότητας στα κείμενα που επιμελούμαι, τα οποία, σημειωτέον, συνήθως ανήκουν στη λεγόμενη μοντέρνα ή νεωτερική ποίηση.
Το ερώτημα που τίθεται αρχικά είναι αν είναι εφικτή ή/και θεμιτή η επιμέλεια στην ποίηση. Και βέβαια δεν είναι απρέπεια να απαντήσουμε ευθαρσώς «ναι». Τα πάντα, νομίζω, επιδέχονται επιμέλεια. Κάνοντας μια παρέκβαση και πετώντας πολλούς αιώνες πίσω, θα σας υπενθυμίσω πως ο Ευκλείδης, ο περίφημος αρχαίος Έλληνας μαθηματικός, επιμελήθηκε το φοινικικό αλφάβητο, παρακαλώ, αναποδογυρίζοντας, λόγου χάρη, το άλεφ, που ήταν η απεικόνιση μιας κεφαλής ταύρου και μετονομάζοντάς το σε άλφα, ή το μπετ, που ήταν δύο θολωτές καλύβες δίπλα δίπλα, το οποίο μετονόμασε σε βήτα. Γιατί όχι κι εμείς;… Νομίζω ότι με τα κατάλληλα γνωστικά εφόδια και με την ενσυναίσθηση ως νήμα που κατευθύνει το ταξίδι μας στην ενδοχώρα της ποίησης, εμείς οι επιμελητές μπορούμε να επιμεληθούμε ποίηση, ως το οδοιπορικό μιας ψυχής που έρχεται σε επαφή με το συναίσθημά της και έτσι κεντρώνεται στην ύπαρξη.
Ας πάμε τώρα ένα ταξιδάκι στη μακρινή Κίνα. Εκεί λοιπόν, πριν από πολλούς αιώνες, υπήρχαν δυο φίλοι, που ο ένας έπαιζε άρπα πολύ επιδέξια και ο άλλος άκουγε πολύ επιδέξια την άρπα. Όταν ο ένας έπαιζε μια φράση σαν το φύσημα του ανέμου σε κάποιο βουνό, ο άλλος έλεγε: «Βλέπω το βουνό μπροστά μας».
Όταν ο πρώτος έπαιζε στην άρπα ήχους για το κελάρυσμα του νερού στο ποτάμι, ο ακροατής αναφωνούσε με χαρά: «Ω, το κελαρυστό ποτάμι!».
Όμως κάποτε ο ακροατής αρρώστησε και πέθανε. Τότε ο αρπιστής έκοψε τις χορδές της άρπας του και δεν ξανάπαιξε ποτέ. Από εκείνη την εποχή το κόψιμο των χορδών της άρπας είναι σημάδι βαθιάς φιλίας.
Νομίζω ότι δε χρειάζεται και πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι ο ακροατής ως ρόλος παραπέμπει στον επιμελητή, ο οποίος καλείται απέναντι στον ποιητή-δημιουργό να νιώσει βαθιά τη γλώσσα του, να σχετιστεί μαζί του με ενσυναίσθηση, δηλαδή να δει το έργο με τα μάτια του δημιουργού, να αφουγκραστεί τον εσωτερικό του παλμό, να τον συμβουλεύσει επιδέξια και να συλλάβει τις διαστάσεις της γλώσσας του.
Ενώ στα άλλα είδη βιβλίου (δοκίμιο ή πεζογραφία) ένας επιμελητής διαθέτει γέφυρες για να περάσει μέσα στο έργο με ασφαλή και αποτελεσματικό τρόπο, στην περίπτωση της ποίησης δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, γιατί από τη φύση του ο λόγος της μοντέρνας ποίησης ερωτοτροπεί με το άλογο, την ασυμμετρία, τις πολυρρυθμίες, την πολυτονικότητα, την ιδιοπροσωπική θέαση των πραγμάτων, το παραλήρημα, τους ιδιότυπους συνδυασμούς εικόνων και ηχοχρωμάτων, την εξομολογητική διάθεση, την αυτοαναφορικότητα, τη σκοτεινή υψιπέτεια και τελικά την αρχιτεκτονική του χάους.
Παρενθετικά να αναφέρω ότι στην ταινία «Στάλκερ» του Ταρκόφσκι, ο οδηγός μεταφέρει ανθρώπους σε ένα μέρος, σε μια περιοχή όπου συμβαίνουν τα πάντα. Αυτό το μέρος, ψυχαναλυτικά, είναι η περιοχή του ασυνειδήτου ή, αλλιώς, ο Κάτω Κόσμος στη γλώσσα του σαμανισμού.
Να υπενθυμίσω επίσης ότι η επική ποίηση προέρχεται κατ’ ουσίαν από το σαμανιστικό δρώμενο, γι’ αυτό και σε όλα τα κοσμογονικά έπη περιλαμβάνεται η κάθοδος στον Κάτω Κόσμο, ο θάνατος του ήρωα και η αναγέννηση-ανάδυσή του. Το τελετουργικό ταξίδι λοιπόν της κατάδυσης του σαμάνου απ’ όπου επιστρέφει στην επιφάνεια του συνειδητού, με τα δώρα της δύναμης και της γνώσης, είναι ένας δρόμος παράλληλος με το ταξίδι που κάνει ο ποιητής στην εσωτερική του κατάβαση-καταβύθιση, ελπίζοντας να βρει ένα φως που θα τον οδηγήσει ακεραιωμένο στην Ιθάκη του σώματος και της ψυχής του.
Μια ανάμνηση αυτού του τελετουργικού μοτίβου απηχείται και στο περίφημο δημοτικό τραγούδι με το στίχο «Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τονε τρομάσσει».
Ο επιμελητής στην εν λόγω εμπειρία παίζει κατά κάποιον τρόπο το ρόλο του ψυχοπομπού και καλείται, επιπλέον, μέσα σε αυτό το ταξίδι να βοηθήσει ίσως τον ποιητή να συνέλθει από την αγωνία της περιπέτειάς του.
Το πρώτο στοιχείο το οποίο με στήριξε σε συλλογές που ανέλαβα ήταν η ρήση του Πωλ Βαλερύ, αυτού του σπουδαίου Γάλλου ποιητή: «Το ποίημα είναι μια διαρκής ταλάντευση ανάμεσα στον ήχο και στο νόημα». Εγώ θα πρόσθετα ανάμεσα στο ρυθμό και στην εικονοποιία, στο διονυσιακό και το απολλώνειο πνεύμα, δηλαδή ανάμεσα στο πάθος αφενός και το έμμορφο, το κατανοητό και το σύμμετρο αφετέρου, ανάμεσα στη μουσικότητα και την έλλογη διάσταση, στο ένστικτο και στη λογική, στη φυγόκεντρη και την κεντρομόλο ψυχική στάση ζωής, ανάμεσα στην πρωτογονική φύση και την πολιτισμένη διάθεση για τάξη.
Και ο επιμελητής τι κάνει απέναντι σε όλα αυτά τα βάρη; Ό,τι κάνει και στον έρωτα. Βγάζει τα ρούχα του, γυμνώνεται δηλαδή από την κουλτούρα του, για να αποβάλει τα εξαρτημένα ανακλαστικά του και να μπορέσει να επικοινωνήσει άμεσα με το άγνωστο, με το λόγο της ποίησης, απαλλαγμένος από την περιττή ενδυμασία.
Η πορεία των ποιητών είναι καταδικασμένη να ταλαντεύεται σε δύο κόσμους. Από τη μια το νόημα, από την άλλη η υπέρβασή του και η περιπέτεια μέσα στη θάλασσα των λέξεων, στους ήχους, στους διαλόγους των φωνημάτων μεταξύ τους. Συνήθως φροντίζω να διατηρείται μια ισορροπία, πάντα προς όφελος της πύκνωσης-αφαίρεσης που οδηγεί στο ριζικό σημείο του σώματος του λόγου, στο σκελετό, ο οποίος, υπερβαίνοντας τα όρια και τη φθαρτότητα της εποχής του, θα μείνει εντέλει μες στο χρόνο, όταν η σάρκα της «λογοκρατούμενης» γλώσσας θα έχει χαθεί…
Σε δεύτερο επίπεδο, ο χώρος του ποιήματος είναι οι λέξεις του, όσο ο ρυθμός είναι ο χρόνος του, κι αυτό γιατί η χρονικότητα στο πλαίσιο ενός ποιήματος ορίζεται από τη διάχυτη σύνθεση των ρυθμών που το συνιστούν.
Ως επιμελητής στα βιβλία ποίησης που έχω αναλάβει έως τώρα καταρχάς προσπάθησα να εισχωρήσω στον κόσμο του δημιουργού περπατώντας ακροποδητί, να μην τον «τσαλακώσω», κάτι πολύ δύσκολο, πιστέψτε με, γι’ αυτό έκανα και κάνω αλλεπάλληλα και πολύωρα ραντεβού μαζί του, δηλαδή η δουλειά πρέπει, νομίζω, να γίνεται πάντα ενώπιόν του.
Αν με ρωτήσετε τι να κάνετε ως επιμελητές απέναντι στο θηρίο που λέγεται ποίηση, ως απάντηση θα σας περιέγραφα τι χρειάστηκε να κάνω ως επιμελητής, σε ποιο βάθος προχώρησα. Λοιπόν, έχω αλλάξει τίτλο σε συλλογή, έχω αφαιρέσει ποιήματα, πρότεινα ιδέες για τίτλους ποιημάτων, οργάνωσα ενότητες, άλλαξα λέξεις ή τη σειρά τους για λόγους ρυθμού, μουσικότητας, ευφωνίας, δημιούργησα παρηχητικούς συνειρμούς (όλα αυτά με τη σύμφωνη γνώμη του καθ’ ύλην αρμόδιου βέβαια…), ρώτησα ποιο είδος στίξης επιλέγει ανά ποίημα (αφαιρετική, πλήρης απουσία στίξης ή τυπική στίξη), ποια ρυθμολογία υπηρετεί καλύτερα τους στίχους του και τις φραστικές ενότητες και αποδίδει ευχερέστερα τη χρονικότητα των ποιημάτων του, ποια στίχιση ταιριάζει καλύτερα στο χώρο του εκάστοτε ποιήματος (της συνεχούς ακολουθίας ή με κενά μίας ή δύο αράδων ή με ανορθόδοξη διάταξη, με κενά ανάμεσα στις λέξεις κτλ., έτσι ώστε να καταδεικνύεται η νοηματική αυτάρκεια ή απόσταση μεταξύ τους…), ποια φωνήματα ή στίχους έντεχνα διακοπτόμενους θα ήθελε, ώστε να δώσει έμφαση ή να δημιουργήσει πρωτότυπες αρμονικές και τονικότητες∙ τελικά ποιες εικόνες (ή, έστω, σπαράγματά τους) θα ήταν κατάλληλες ώστε να εξασφαλίσουμε τη συμπύκνωση των έλλογων και πνευματικών στοιχείων της γραφής του χωρίς να ολισθήσουμε σε συρρίκνωση.
[Μπορεί όλα αυτά να είναι ενδιαφέροντα, αλλά ακούγονται κάπως σαν φλυαρίες, κύριε Κερασίδη, σαν νομίσματα πληθωριστικά. Εγώ, ως Δημοσθένης μιλώντας, θα αντιπρότεινα ότι για μια αξιοπρεπή επιμέλεια ουσίας είναι αναγκαία τα εξής:
α) Στις συναντήσεις να είναι γυμνοί ο ποιητής και ο επιμελητής για την άμεση, σωματική πρόσληψη του ποιητικού λόγου. Αν όμως κρυώνουν, αυτό δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι πάλι η ΔΕΗ οργιάζει…, αλλά ότι οι λέξεις δεν είναι αρκούντως ζωντανές-ζεστές, δηλαδή δεν έχουν μέσα τους τα δύο προαπαιτούμενα, που αποτελούν και τις ριζικές αφορμές τους: ερωτική φλόγα και αντιεξουσιαστική αυθορμησία. Χωρίς αυτές τις «καταραμένες αρετές» καμία ποίηση δεν είναι άξια λόγου…
β) Ο επιμελητής έχει ως πρωταρχικό καθήκον να διακρίνει την ποίηση που γεννιέται από το «ποιόν» και αυτήν που προκύπτει από το «πύον»... Να καθαρίσει δηλαδή το ποίημα από τα όποια νεκρά κύτταρα.]
Τώρα ενδύομαι πάλι το ρόλο του Κερασίδη.
Στη νεωτερική ποίηση υπάρχουν ποιήματα, ελεύθερου στίχου, στα οποία οι λέξεις λειτουργούν σαν τα ηλεκτρόνια στον πυρήνα της ύλης, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Χάιζενμπεργκ στην «Αρχή της απροσδιοριστίας», άλλοτε σαν κύματα και άλλοτε σαν σωματίδια, δηλαδή άλλοτε αποτελούν στιγμές της ενέργειας της γλώσσας και δεν έχουν αυθύπαρκτο έλλογο νόημα, συνεισφέροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ως απλά σημαίνοντα στην άρθρωση του ρυθμού και της μουσικότητας, ενώ άλλοτε λειτουργούν ως φορείς νοηματικών συνειρμών, έχουν σημασία συγκεκριμένη, ίσως συμβολική ή πολυδιάστατη, και αντιστοιχούν σε ορισμένες έννοιες, συνιστώντας παράλληλα μέρη της ψυχικής εικόνας του όλου ποιήματος. Στην πρώτη εκδοχή χρήσης και λειτουργίας των λέξεων εμπίπτουν συχνά, αλλά όχι απόλυτα, τα ποιήματα της υπερρεαλιστικής γραφής και τεχνοτροπίας, ενώ στη δεύτερη ανήκουν αυτά που είναι συμβολικού ή γενικά μοντερνιστικού τύπου.
Παραθέτω δύο παραδείγματα για τις εν λόγω κατηγορίες:
«Τεκμηριώνουμε χαλάσματα η μετάληψη στοιχίζειπεθαίνω κάθε μέρα από ζωή κι όχι από θνητότηταη πλάση με κατακορόιδεψε στίγμα χυτής παλινωδίαςκ’ εγώ οικτίρω ο Δαρβίνειος τα ωδικά σκουλήκια/τραγούδι του στα σπλάχνα μου θρήνος εσώτεραστην ωμοπλάτη/». (Ν. Καρούζος)
«Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη». (Γ. Σεφέρης)
Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως αυτές οι στιλιστικές ιδιομορφίες υποχρεώνουν τον επιμελητή να ακολουθήσει μια διαφορετική τακτική, ανάλογη με την πρώτη ή τη δεύτερη κατηγορία ποίησης, κάτι το οποίο προϋποθέτει και συνεπάγεται, εκ μέρους του, μια εύπλαστη χρήση των «εργαλείων» της επιμέλειας.
Άλλα ποιητικά είδη είναι το πεζοποίημα, το προζαϊκό και το λυρικό, τόσο γνωστό σε όλους.
Παραθέτω τα εξής παραδείγματα:
«Ο άνθρωπος λέει: είμαι πιο ευφυής απ’ τον ωκεανό. Μπορεί. Και μάλιστα, ως ένα σημείο, είναι σωστό αυτό. Μολοντούτο πιο πολλά έχει να φοβάται ο άνθρωπος απ’ τον ωκεανό παρά ο ωκεανός απ’ τον άνθρωπο. Αυτός ο πατριάρχης παρατηρητής, ο σύγχρονος των πρώτων εποχών της κρεμάμενης σφαίρας μας, χαμογελάει με οίκτο σαν παρακολουθεί τις ναυμαχίες των εθνών. Καμιά εκατοστή Λεβιάθαν εβγήκανε από τα χέρια του ανθρώπου. Οι φωναχτές διαταγές των ανωτέρων, οι κραυγές των λαβωμένων, οι κανονιές, όλ’ αυτά δεν ήταν, θαρρείς, παρά ένας θόρυβος σκόπιμα καμωμένος για να μηδενιστεί μέσα σε δυο τρία δευτερόλεπτα. Το δράμα κατά τα φαινόμενα τέλειωσε, ο ωκεανός τα καταχώνιασε όλα στην κοιλιά του. Η στοματάρα του είναι καταπληκτική. Θα πρέπει να ‘ναι πολύ μεγάλη κατά το κάτω μέρος, θέλω να πω, κατά το μέρος του αγνώστου». (Λωτρεαμόν)
Μνήμη του καλοκαιριού σημαίνει συνείδηση του χειμώνα.Καθισμένος ή περπατώντας ή απλώς μένοντας ήσυχος,Κερδίζοντας τη ζωή μου ή κοιτάζοντας το χιόνι να πέφτει,Θυμάμαι τον ήλιο στα πεζοδρόμια ενός ζεστού τόπου. (Γ. Κις)
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα πού γύριζεςΟλημερίς στη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσαςΑετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφουςΓύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκκαλοΚι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας.(Οδ. Ελύτης)
Μια άλλη ειδική και διφυής τυπολογία ποιημάτων είναι το ποίημα-«ποταμός» και το ποίημα-«κερί».
Παραθέτω δύο παραδείγματα για τα παραπάνω είδη:
«Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα απ’ την τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,να σέρνονται μέσ’ απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση,χίπστερς αγγελόμορφοι που καίγονταν για τον αρχαίο επουράνιο δεσμό με το αστρικό δυναμό στη μηχανή της νύχτας,φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια, που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τις κορυφές των πόλεων αφοσιωμένοι στην τζαζ…». (Άλλεν Γκίνσμπεργκ)
«Η Ελεωνόραη χρυσή κόρηέπαιζε άρπαμε τα ωραίαλευκά τηςχέρια
από την άρπαόμωςδεν ακουγότανεήχος κανείς
όλη η μουσικήήτανεμέσαστα έμορφά της μάτιαανάμεσαστα πράσινά της τα μαλλιά
από την άρπαόμωςβγήκαντο ένα κατόπιν του άλλουένα πουλίμια πλάκα πράσινο σαπούνικι ένασίδεροτου σιδερώματος–από τα κοινότατα–αυτά ακριβώςπου οι Ζυγιώταιονομάζουνεν ώρα καταιγίδοςArs Amantis». (Ν. Εγγονόπουλος)
Μια άλλη φόρμα είναι το ποίημα-απόφθεγμα:
«Η ποίηση θα ’πρεπε να είναι σαν ζαχαρωμένο βότσαλο. Τότε που αρχίζεις να γλυκαίνεσαι, να σπας τα δόντια σου». (Αρ. Χιόνης)
Πραγματικά δεν μπορεί κανείς να φανταστεί, παρά μόνο αν έχει γράψει ποίηση, πόσο δύσκολο είναι να κωδικοποιήσεις και έπειτα να αποκωδικοποιήσεις την αισθητική και τυπογραφική αποτύπωση ενός ποιήματος. Να εξηγήσεις αναλυτικά ως επιμελητής τι προτείνεις ανά πάσα στιγμή στον ποιητή για να βελτιώσει τα κείμενά του. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα σήμαινε ότι πρέπει να γραφτεί ένα άλλο βιβλίο στο οποίο θα εξηγείται καταλεπτώς η όποια επιλογή του ποιητή ή του επιμελητή. Κι αυτό γιατί η θέση μιας λέξης, στη μοντέρνα ποίηση, στο χώρο του ποιήματος συχνά είναι μοναδική, δεν ορίζεται από τη συνήθη ροή των λέξεων που τοποθετούνται σε μια λογική σειρά στα υπόλοιπα είδη της λογοτεχνίας. Η σχέση της με τις άλλες λέξεις είναι και χωρική ώστε να φωτίζεται σημασιακά ή αντιστικτικά από αυτές και να συλλειτουργεί για να συνθέτει ένα όλο, εξού και η μεγάλη ποικιλία της τυπογραφικής απεικόνισης της ποίησης.
Βέβαια, η απόπειρα να παρουσιαστεί εξαντλητικά αυτή η ποικιλία δεν είναι στους στόχους αυτού του κειμένου, γι’ αυτό κι εγώ αποφάσισα να σας αναφέρω μόνο ορισμένα δείγματα και στη συνέχεια να ανοιχτούμε σε μια συνομιλία-συζήτηση για τα μυστικά αυτής της τέχνης τα οποία είναι απαραίτητο να γνωρίζει ένας επιμελητής.
Φτάνοντας στο τέλος αυτού του κειμένου, η μνήμη ματώνει και θυμάμαι πόσοι ποιητές έδωσαν τέλος στη ζωή τους. Η ποίηση παρουσιάζει, εκτός πολλών άλλων, δύο ιδιαιτερότητες:
α) Είναι η πιο αρχαία τέχνη, η οποία μας παραπέμπει στο εσωτερικό ή και αναγεννητικό χάος, στο παιχνίδι ως διαδικασία γραφής και δημιουργικότητας, και στη ροή ως λειτουργία του σώματος, της γλώσσας και της ψυχής. Απλώς να θυμίσω ότι η ποίηση, αρχετυπικά, ακροζυγιάζεται ανάμεσα στο τραύμα της γέννησης και στο φόβο του θανάτου.
β) Εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοχειρίας από οποιαδήποτε άλλη τέχνη: Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Τζον Μπέριμαν, Βάτσελ Λίντσεϊ, Χάρολντ Κρέιν, Πάουλ Τσέλαν, Μαγιακόφσκι, Τσβετάγεβα, Γεσένιν, Κ. Καρυωτάκης, Ν. Λαπαθιώτης, Π. Γιαννόπουλος κ.ά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου